Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

Ελευθερία Μαντά, "Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923-2000)"

γράφει ο ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ

Το 1940 οι Τσάμηδες, ένας αλβανόφωνος μουσουλμανικός πληθυσμός συγκεντρωμένος κυρίως στη Θεσπρωτία και ιδιαίτερα στις περιφέρειες Ηγουμενίτσας, Μαργαριτίου, Φιλιατών και Παραμυθιάς, αριθμούσε κάπου 23.000 ως 24.000 ανθρώπους. Το 1951 είχαν απομείνει μόλις 127 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι σε ολόκληρη τη χώρα. Τα επεισόδια που συνόδευσαν την επίσκεψη του κ. Κάρολου Παπούλια στην Αλβανία επανέφεραν στην επιφάνεια την ομάδα αυτή. H σιωπή που περιέβαλλε την ιστορία τους οφείλεται στα αιματηρά γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ως πρόσφατα οι Τσάμηδες εμφανίζονταν κυρίως στην τοπική ιστορία και στη λογοτεχνία, όπου, όπως είναι γνωστό, συχνά προηγούνται της «ιστορίας των ιστορικών» στα «δύσκολα» θέματα (βλ. π.χ. το εξαιρετικό Το ασημόχορτο ανθίζει του Βασίλη Γκουρογιάννη). H πρώτη -και μοναδική ως τώρα -ολοκληρωμένη και συστηματική μελέτη του θέματος δημοσιεύθηκε μόλις το 2004. Πρόκειται για το υποδειγματικό έργο της Ελευθερίας Μαντά που βασίζεται κυρίως σε πρωτογενείς πηγές (συμπεριλαμβανομένων ιταλικών και αλβανικών τεκμηρίων) και αποτελείται από τρεις χρονολογικές ενότητες: Μεσοπόλεμος, B΄ Παγκόσμιος πόλεμος - Κατοχή και μεταψυχροπολεμική εποχή. H μεγαλύτερη και πιο ευαίσθητη ενότητα αφορά την περίοδο της Κατοχής. 

H δύσκολη συμβίωση 
Οι Τσάμηδες ήταν ένας παραδοσιακός αγροτικός, συμπαγής και κλειστός πληθυσμός που για συγκυριακούς λόγους εξαιρέθηκε της ανταλλαγής του 1922. H συμβίωσή τους με το χριστιανικό στοιχείο της περιοχής υπήρξε εξαρχής προβληματική: η πολιτισμική διαφοροποίηση, οι κτηματικές διαφορές και η στάση του ελληνικού κράτους απέναντί τους, και ιδιαίτερα του μεταξικού καθεστώτος, ενίσχυσαν την καχυποψία τους και επέτρεψαν τη δράση εξτρεμιστικών αλυτρωτικών στοιχείων στην Αλβανία. Πάνω εκεί βασίστηκε και η Ιταλία για να θέσει τσαμικό θέμα και να δικαιολογήσει την εισβολή του 1940. Οπως είναι φυσικό, η εξέλιξη αυτή δυναμίτισε την ήδη τεταμένη κατάσταση στην περιοχή. Ενοπλοι Τσάμηδες συνόδευσαν τον ιταλικό στρατό κατά τη σύντομη προέλασή του στο ελληνικό έδαφος τον Νοέμβριο του 1940, ο τοπικός πληθυσμός υποδέχθηκε πανηγυρικά τους εισβολείς, ενώ σημειώθηκαν οι πρώτες λεηλασίες και επιθέσεις εναντίον χριστιανικών χωριών. H υποχώρηση των Ιταλών και η επιστροφή των ελλήνων κατοίκων έθεσε σε κίνηση μια δυναμική αντεκδικήσεων που κατέληξε στην εθνοκάθαρση των Τσάμηδων το 1944
H ιταλική, αρχικά, και η γερμανική Κατοχή συνοδεύτηκαν από βία. Οι ηγέτες των Τσάμηδων συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές και συμμετείχαν σε διώξεις, καταστροφές, και μαζικές εκτελέσεις, η πιο γνωστή από τις οποίες υπήρξε η εκτέλεση 49 επιφανών κατοίκων της Παραμυθιάς τον Σεπτέμβριο 1943. Οι αντάρτες του ΕΔΕΣ, που κυριαρχούσαν στην περιοχή, προέβησαν μετά την αποχώρηση των Γερμανών σε ένα όργιο βίας, αδιάκριτων εκτελέσεων και λεηλασιών που κορυφώθηκαν με τη μαζική εκδίωξη των Τσάμηδων στην Αλβανία, τον Σεπτέμβριο του '44. H περίπτωση αυτή αποτελεί αναμφίβολα εθνοκάθαρση. Το ερώτημα παραμένει αν υπήρξε αποτέλεσμα προμελετημένης κεντρικής απόφασης ή αν προήρθε από πράξεις αντεκδίκησης σε τοπικό επίπεδο. H Μαντά προκρίνει τη δεύτερη εκδοχή. Προσωπικά πιστεύω ότι η απόσταση ανάμεσα στις δύο εκδοχές είναι πολύ μικρή. Παρόλο που ο ΕΔΕΣ ήταν μια αποκεντρωμένη οργάνωση όπου, αντίθετα με το EAM, η κεντρική διοίκηση δύσκολα έλεγχε τους τοπικούς οπλαρχηγούς, τίποτε δεν δείχνει ότι η ηγεσία του είχε την παραμικρή (και πραγματική) διάθεση να τους συγκρατήσει. H πολιτική συγκυρία τον Σεπτέμβριο του 1944 επέτρεπε την «τελική λύση» του τσαμικού ζητήματος και, κατά τη γνώμη μου, ο ΕΔΕΣ δεν δίστασε να αδράξει την ευκαιρία. 

Αντίθετα από τον ΕΔΕΣ, το EAM τήρησε μια περίεργη στάση σε σχέση με τους Τσάμηδες. Επιχείρησε επανειλημμένα ανοίγματα που βασίζονταν στον μάλλον πλασματικό διαχωρισμό «μιας δράκας προδοτών» από την πλειοψηφία του πληθυσμού -πλασματικό στον βαθμό που ο παραδοσιακός αυτός πληθυσμός ακολουθούσε τους ηγέτες του και έδειχνε μια προτίμηση προς την κατοχική διοίκηση ακόμη και όταν δεν συμμετείχε άμεσα σε πράξεις βίας. Για αυτόν τον λόγο η τακτική του EAM δεν έγινε κατανοητή ούτε από τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό ούτε από τα ίδια του τοπικά στελέχη που ανέφεραν στις εσωτερικές τους εκθέσεις τις οποίες παραθέτει η Μαντά ότι «η παμψηφία σχεδόν των αρβανιτάδων Τσάμηδων της περιοχής είχε ταχθή ανεπιφύλαχτα με το μέρος του κατακτητή και ωργάνωνε δολοφονικές επιδρομές ενάντια στα ελληνικά χωριά». Ο ΕΛΑΣ τελικά στρατολόγησε γύρω στους 300 ως 500 Τσάμηδες που συμμετείχαν στις εμφύλιες συγκρούσεις με τον ΕΔΕΣ τον Δεκέμβριο του '44. H επικράτηση του ΕΛΑΣ συνοδεύτηκε από την επιστροφή 3.000 ως 5.000 Τσάμηδων στη Θεσπρωτία. H τελική όμως έκβαση των Δεκεμβριανών οδήγησε σε νέες διώξεις από τους οπλαρχηγούς του ΕΔΕΣ και στην τελική εκδίωξή τους. 
H τελική πράξη
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου το KKE στράφηκε για μία ακόμη φορά προς τους Τσάμηδες για να λύσει το πρόβλημα έμψυχου δυναμικού που αντιμετώπιζε. Τον Μάρτιο του 1949 κατέληξε σε συμφωνία με την αλβανική κυβέρνηση για την υποχρεωτική στρατολόγηση 2.000 Τσάμηδων η οποία ναυάγησε την τελευταία στιγμή, όταν οι ίδιοι οι Τσάμηδες αντέδρασαν και ο Εμβέρ Χότζα αποφάσισε να μην τους οπλίσει ως «αντιδραστικούς». H τελική πράξη του δράματος γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '50 με σειρά νομοθετικών διαταγμάτων της ελληνικής κυβέρνησης που απαλλοτρίωσε τις περιουσίες τους και τις απέδωσε σε ντόπιους και έποικους. 
Ιδεολογικές ερμηνείες 

Είναι προφανές ότι η σημασία της περίπτωσης αυτής ξεπερνάει τα όρια της τοπικής ιστορίας. Αποτελεί, κατ' αρχάς, καθαρή και ενδεχομένως μοναδική για την κατοχική Ελλάδα περίπτωση ολοκληρωτικής εθνοκάθαρσης. Δεύτερον, δείχνει τα όρια των ιδεολογικών ερμηνειών στην Ιστορία. Οι Τσάμηδες δεν ήταν ούτε φασίστες ούτε ναζιστές ούτε κομμουνιστές· ήταν όμως διατεθειμένοι να συνεργαστούν με όποιον τους πρόσφερε τη δυνατότητα να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους. Τρίτον, υπογραμμίζει τη διαδικασία εργαλειοποίησης του δωσιλογισμού από τις δύο αντίπαλες παρατάξεις και την αναντιστοιχία ανάμεσα στον λόγο και στην πράξη τους.Για τους κομουνιστές ο δωσιλογισμός υπήρξε ιδιαίτερα ελαστική έννοια σε σχέση με συγκεκριμένες ομάδες όπως οι Τσάμηδες ή οι σλαβόφωνοι κομιτατζήδες στους οποίουςπαρείχε τη δυνατότητα αναβάπτισης από προδότες σε πατριώτες. Γενικεύοντας και απλοποιώντας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αν για τη Δεξιά ο δωσιλογισμός ήταν συγχωρήσιμος, αρκεί οι φορείς του να ήταν Ελληνες, για την Αριστερά το συγχωροχάρτι ίσχυε μόνο για τους μη Ελληνες. 
H περίπτωση των Τσάμηδων αναδεικνύει συγχρόνως και τις αντιφάσεις της στρατευμένης ιστοριογραφίας που επαναλαμβάνουν τα επιχειρήματα των αντιμαχόμενων παρατάξεων της δεκαετίας του '40 -τόσο της δεξιάς όσο και της αριστερής εκδοχής της. Για τη δεξιά μεταπολεμική ιστοριογραφία η εθνοκάθαρση και η αδιάκριτη βία κατά των Τσάμηδων υπήρξε ένα απόλυτα δικαιολογημένο μέτρο απέναντι σε μια ομάδα δωσίλογων και μειοδοτών. Μόνο ο αντικομμουνισμός μπορούσε να δικαιολογήσει, και άρα να συγχωρήσει, τη συνεργασία με τους κατακτητές. Το πρόβλημα της αριστερής μεταπολιτευτικής ιστοριογραφίας είναι ακριβώς το αντίθετο: ενώ καυτηριάζει τον δωσιλογισμό ως εσχάτη προδοσία που δικαιολογούσε βία αντίστοιχη με αυτή που υπέστησαν οι Τσάμηδες, αντιμετωπίζει τις αντίστοιχες πρακτικές των μειονοτήτων με αισθήματα κατανόησης και τάσεις συγκάλυψης, δείχνοντας έτσι πόσο επιλεκτική και άρα διάτρητη είναι η ηθικολογία της. 
Το βιβλίο της Ελευθερίας Μαντά είναι ένα αντίδοτο στη μυωπία και στα αδιέξοδα της ιστοριογραφίας αυτής και θυμίζει τη σημασία της σοβαρής ιστορικής έρευνας. H συγγραφέας κατάφερε να προσεγγίσει ένα σύνθετο και ευαίσθητο θέμα με προσοχή, συστηματικότητα και χαμηλούς τόνους. Το βιβλίο της αξίζει να διαβαστεί από όσους ενδιαφέρονται να αποκτήσουν μια ολοκληρωμένη αντίληψη της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. 

 Πηγή

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Ο Αρβανίτης αγωνιστής του ΄21 Πανουργιάς

Πανουργιάς Ξηρός
Ο Πανουργιάς Ξηρός ή Δημήτριος Ξηρός (1759 ή 1767 - 1834) ήταν οπλαρχηγός της επαρχίας Αμφίσσης (Σάλωνα), καταγό-μενος από τον Άγιο Γεώργιο (νότια της Άμφισσας και κοντά στην Εθνική οδό Ιτέας-Άμφισσας βρίσκεται ο Άγιος Γεώργιος, το πρώ-το χωριό που συναντάει ο επισκέπτης όταν αναχωρεί από την Άμφισσα με προορισμό την Ιτέα.Ο Άγιος Γεώργιος αποτελεί ένα από τα συνολικά εννέα χωριά που έχουν ενταχθεί στην περιφέ-ρεια Άμφισσας μαζί με την Αγία Ευθυμία, τον Άγιο Κωνσταντίνο, το Δροσοχώρι, τον Ελαιώνα, τη Βίνιανη, το Μοναστήρι, το Προσή-λιο και το Σερνικάκι. Πρόκειται για ένα γραφικό χωριό χτισμένο στους πρόποδες της Γκιώνας και σε υψόμετρο 240 μέτρων. Μαζί με τον Άγιο Κωνσταντίνο και το Σερνικάκι που βρίσκονται σε κο-ντινή απόσταση από τον Άγιο Γεώργιο, είναι τα τρία χωριά που είναι απλωμένα δυτικά του Ελαιώνα της Άμφισσας, του αρχαιό-τερου ελαιώνα στην ελληνική επικράτεια με περισσότερα από ένα εκατομμύριο λιόδεντρα. Ο Άγιος Γεώργιος, ο οποίος σύμφωνα με την απογραφή του 2011 αριθμεί 110 κατοίκους, πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο μεγαλοπρεπή ναό που δεσπόζει στο κέντρο του χωριού) και γεννημένος στη Δρέμισα. Υπήρξε από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς του Αγώνα.
Σε νεαρή ακόμα ηλικία καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά ένας ισχυρός Οθωμανός της περιοχής, ο Δελή Αχμέτ αφού τον λυπήθηκε και μεσολάβησε ώστε να του χαρίσουν τη ζωή, τον πήρε στην υπηρεσία του. Όταν ο Δελή Αχμέτ έγινε κλέφτης τον πήρε μαζί του σαν πρωτοπαλίκαρο.Πεθαί-νοντας ο Τούρκος κλέφτης, ο Πανουργιάς πήρε τη θέση του και συνεργαζόμενος με τον Ανδρέα Ανδρούτσο έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του Λάμπρου Κατσώνη την περίοδο 1770-1792 του Ρωσ-σοτουρκικού Πολέμου και των Ορλωφικών. Το 1813 ο Αλή πασάς, για να απαλλαγεί από τον επι-κίνδυνο αυτό κλέφτη, τον διόρισε αρματολό της Αμφίσσης, αλλά γρήγορα τον αντικατέστησε με τον Σουλιώτη Λάμπρο Κοσμά. Από το 1817 έως το 1820 ο Πανουργιάς έζησε στα Ιωάννινα, επιτηρούμε-νος από τον Αλή Πασά, ο οποίος στη διαμάχη του με τον Σουλτάνο, του δίνει την άδεια να επιστρέ-ψει και να αναλάβει ξανά το αρματολίκι των Σαλώνων.
Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και προετοίμασε με επιτυχία την επανάσταση στην Παρνασσίδα στις 24 Μαρτίου 1821. Ηγήθηκε των οπλαρχηγών Μανίκα, Παπανδριά και Γούρα στην απελευθέρωση της πόλης της Άμφισσας στις 26 Μαρτίου 1821 και πολιόρκησε το κάστρο της, που τελικά παραδόθη-κε στις 10 Απριλίου. Έλαβε μέρος στις μάχες της Αλαμάνας και στο Χάνι της Γραβιάς, όπου μαζί με τον Δυοβουνιώτη οχυρώθηκαν στα υψώματα γύρω από το χάνι. Λόγω ασθενείας δεν συμμετείχε στη Μάχη των Βασιλικών, αλλά έστειλε στη θέση του το γιο του, Νάκο, με το ένοπλο σώμα του. Συμμετείχε στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ως αντιπρόσωπος της επαρχίας Αμφίσσης και πρωταγωνίστησε στην παράδοση του Ακροκορίνθου τον Ιανουάριο του 1822.
Εκπόνησε το σχέδιο καύσεως των σιτηρών κατά την κάθοδο του Δράμαλη και αφού αποχώρησε λόγω γήρατος από τον Αγώνα, έχρισε διάδοχό του το γιο του Νάκο στην αρχηγία του σώματός του. Παρ΄ όλα αυτά, τον Ιούλιο του 1824, μετά από πρότασή του, οχυρώνεται στην Άμπλιανη όπου γίνε-ται μεγάλη μάχη και αποκρούονται πολυάριθμοι Τούρκοι με αρχηγούς τους Γιουσούφ και Αμπάζ Πασά. Ο Πανουργιάς δεν έλαβε μέρος στις εμφύλιες διαμάχες του 1825 και προσπάθησε,ανεπιτυ-χώς, να σώσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, διαφωνώντας ακόμα και με το γιο του Νάκο (αναφέρεται χαρακτηριστικά υβριστική του επιστολή).
Διορίστηκε το 1833 μέλος της οκταμελούς επιτροπής η οποία συστάθηκε στο Ναύπλιο για να εξε-τάσει τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει οι αγωνιστές κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Πέθανε στις 4 Αυγούστου του 1834 στην Άμφισσα.
Ο γιος του, Νάκος ή Ιωάννης (1801-1863) ήταν Υποστράτηγος και διατέλεσε βουλευτής,ενώ ο εγγο-νός του, Πανουργιάς (1844-1904), ήταν Συνταγματάρχης και βουλευτής την περίοδο 1892-1898.
Το όνομα Πανουργιάς
Στις περιοχές Βοιωτίας και Φωκίδας ήταν/είναι συνηθισμένο το γυναικείο όνομα Πανωραία,που αποδιδόταν χαϊδευτικά ως Πανώρια και Πανωριά.Το τελευταίο στους αρβανιτόφωνους κατέληξε εκτραχυσμένο:  Πανουργιά.Αν και δεν υπήρχε αρσενικό αντίστοιχο (Πανωραίος),διά της μητρωνυμικής ο-δού (βλ. και Τσεβάς,Λίτσας) το Πανουργιάς μετατράπηκε σε επώνυμο και προοδευτικά  σε αντρικό βαφτιστικό.Μία εξήγηση γι΄ αυτό αποτελεί η (ε-γωκεντρική;) τακτική των αρβανιτοφώνων αυτών των περιοχών της Ρού-μελης ο νουνός να δίνει το επώνυμό του ως όνομα στο βαφτιστήρι του! Την συνήθεια την βρήκα ζώσα στο Κυριάκι Βοιωτίας,όταν υπηρετούσα εκεί ως καθηγητής (1991-92).
Σε κοντινά αρβανιτοχώρια (Γραμματικό,Μαραθώνας) της πατρίδας μου (Βαρνάβας) απαντάται το επώνυμο Πανουργιάς.Μερικούς Πανουργαίους μάλιστα,τους αποκαλούν και Πανούργους!
Για τον συγκεκριμένο αγωνιστή Πανουργιά Ξηρό οι πηγές δεν εστιάζουν στην αρβανίτικη καταγωγή του,χωρίς αυτό να είναι κακό.Ξέρουμε όμως,ότι η περιοχή απ΄ τα Βαρ-δούσια ως τον Κιθαιρώνα κατοικήθηκε ικανώς από αρβανιτόφωνους.Κυρίως όμως,υπάρχει το ίδιο το όνομα.Κατά μία (ασταθή) εκδοχή το κανονικό όνομά του θα ήταν Δημήτριος,αλλά το "Πανουργιάς" το πήρε από λάθος του νονού του,που τον πέρασε για κορίτσι και τον βάφτισε Πανωραία, ενώ κατά δεύτερη εξ αιτίας επίθεσης των Τούρκων την ώρα της βάφτισης.Το γεγονός ότι ο εγγονός του έλαβε κανονικά ως βαφτιστικό όνομα το Πανουργιάς,μας οδηγούν με ασφάλεια να χαρακτηρίσουμε τις παραπάνω εκδοχές,κι άλλες ανάλογες που βρήκαμε από δω κι από κει,ως ανεκδοτολογικές.

Διαβάστε:

Γιάννης Βασ. Πέππας

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Επανάσταση του 1821 και δημοτικό τραγούδι

 Επανάσταση του 1821 και δημοτικό τραγούδι 
Αναντίρρητα ξεχωριστή θέση μεταξύ των μνημείων του λόγου στο λαό μας κατέχουν τα τραγούδια. «Όχι μόνον ως ισχυρώς κινούντα την ψυχήν διά το απέριττον κάλλος,την αβίαστον απ-λότητα,την πρωτοτυπίαν και την φραστικήν δύναμιν και ενάργειαν,αλλά και ως ακρι-βέστερον παντός άλλου πνευματικού δημιουργήματος του λαού εμφαίνοντα τον ιδιά-ζοντα χαρακτήρα του έθνους...» σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ν.Γ. Πολίτης στις «Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού».Ο ίδιος,ιδανικός θεματοφύλακας των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών και αξεπέραστος συλλέκτης αυτών των δημιουργημάτων ενός λαού προικισμένου με απαράμιλλη ποιητική φλέβα,τονίζει: «Η δημοτική ποίησις είναι η ασφαλεστάτη αφετηρία και το στερεότατον θεμέλιον πάσης δημιουργίας της ελληνικής τέχνης. Το έργον του ποιητού και του καλλιτέχνου είναι τελειότερον και μονιμώτερον,όταν τας ρίζας του έχη εις το πά-τριον έδαφος...Καθόλα δε η δημοτική ποίησις είναι τελεσφορώτατον όργανον της εθνι-κής αγωγής,εκτρέφουσα και συντηρούσα το εθνικόν φρόνημα, πας δ' Έλλην πρέπει να γιγνώσκη και μελετά τουλάχιστον τα κράτιστα και κυριώτατα των δημωδών λογοτεχνη-μάτων,μη αρκούμενος εις όσα τυχόν εν τω καθ' ημέραν βίω έχει αποκομίση εκ της προ-φορικής παραδόσεως...».
Απειράριθμα είναι τα δημοτικά τραγούδια που γεννήθηκαν απ' τα σπλάχνα του ελληνικού λαού στην ιστορική του διαδρομή,και,όπως είναι φυσικό,αφορούν όλες τις «λειτουργίες» της ανθρώπινης ύπαρξης.Έτσι,οι μελέτες κατανέμουν τα δημοτικά τραγούδια -ανάλογα με το περιεχόμενό τους- σε συγκεκριμένες κατηγορίες,οι σπουδαιότερες των οποίων είναι οι εξής: Ιστορικά τραγούδια, Κλέ-φτικα, Ακριτικά, Τραγούδια της αγάπης, Νυφιάτικα, Ναναρίσματα, Τραγούδια της ξενιτιάς, Μοι-ρολόγια και Περιγελαστικά.Αναφορικά με τα ιστορικά τραγούδια ο μελετητής τους Uhland ση-μειώνει: «… Λέγοντας δημώδη ιστορικά τραγούδια,εννοούμεν άσματα εκπηγάσαντα αμέ-σως εξ ιστορικών γεγονότων ή περιστάσεων και προωρισμένα να τραγουδούνται υπό του λαού…».
Ο πόλεμος αρχίνησε και ανάψαν τα τουφέκια.
Τον Ζέρβα και τον Μπότσαρη εφώναξε ο Τζαβέλας:
«Παιδιά μ’ ηρθ’ ώρα του σπαθιού κι ας πάψη το τουφέκι».
Κι όλοι έπιασαν και σπάσανε τις θήκαις των σπαθιών τους,
τους Τούρκους βάνουνε μπροστά, τους βάνουν σαν κριάρια
Όσον αφορά τα κλέφτικα τραγούδια ο μελετητής Κ. Mendelssohn Bartholdy γράφει: «…Τα κλέ-φτικα τραγούδια νομίζεις πως είναι χείμαρροι αφρισμένοι,εκρέοντες όχι από ανθρώπινα χείλη,αλλ' από τους βράχους της Οίτης και του Ολύμπου…».  
Ο πλούσιος έχει τα φλωριά, έχει ο φτωχός τα γλέντια.
Άλλοι παινάνε τον πασά και άλλοι το βεζίρη,
μα ‘γω παινάω το σπαθί το τουρκοματωμένο,
το 'χει καμάρι η λεβεντιά, κι ο κλέφτης περηφάνεια…
«…Το δημοτικό τραγούδι του 1821, ως όρος και χαρακτηρισμός,εκτιμώ πως είναι αδόκιμο, δηλαδή δεν είναι κάτι ξεκομμένο και αυθαίρετο μέσα στη λαϊκή έκφραση και δημιουργία.Είναι σχετικά ένα μι-κρό κεφάλαιο που υμνεί κλέη και πάθη ηρώων μιαν ιστορική περίοδο που σηματοδότησε τη δη-μιουργία του νέου ελληνικού κράτους.Είναι προϊόν ιστορικής ανάγκης αλλά και εθνο-μουσικολογική συνήθεια που απαντάται σε όλους τους λαούς…». 
Το ιστορικό στοιχείο
Η υπερεκτίμηση μεγεθών σε πρόσωπα και τόπους είναι απαραίτητο ιστορικό στοιχείο,γιατί ο εχθρός πρέπει να υποτιμηθεί,να υπερκερασθεί και στη συνέχεια να κατατροπωθεί για να κραταιωθεί ο Έλληνας στον χώρο,την ιθαγένεια και την ιστορική του διάσταση.
Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια,
λάμπουν και τ' αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
πό 'χουν τ' ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλαις,
τις πέντε αράδαις τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια,
οπού δεν καταδέχονται της γης να την πατήσουν...
«…Το δημοτικό τραγούδι ήθελε να εκφράσει το ανώτερο και το ιδεώδες», συνεχίζει ο Γ. Μελίκης, «… και ήταν συνυφασμένο ή και ενσωματωμένο μέσα στην δικαιοπρακτική του συναλλαγή που πάνω απ' όλα εκφράζεται στο τρίπτυχο: «Πατρίδα-Θρησκεία–Οικογένεια».Η θεματολογία τους προσω-πική,με διαπροσωπικές και κοινωνικές κυρίως προεκτάσεις επιβεβλημένες από τις ιστορικές συ-γκυρίες,κυρίως όμως από τα ευρωπαϊκά απελευθερωτικά κινήματα που για κάθε λαό υπόδουλο εί-ναι τα ίδια σε εκφραστικά μέσα και ένταση: Έρωτας,γενναιότητα,άθλοι και κατορθώματα και υπό-μνηση της καταγωγής …».
«… Η επανάσταση του '21 είναι ορόσημο και αφετηρία μιας πορείας. Γιατί έχουμε διάφορες ιστορικές απελευθερωτικές χρονολογίες. Π.χ. στη Μακεδονία το 1912 μετράει περισσότερο από το 1821. Ωστόσο όμως, το '21 εκφράζει μια γενικότερη ιστορική πράξη, το όραμα ενός υπόδουλου λαού.Ο Έλ-ληνας,κατεξοχήν οραματιστής από την προϊστορία του ακόμη,δημιούργησε έπη και τραγούδια μο-ναδικά και πολλά τόσο σε αριθμό,όσο και σε ποιότητα.Έτσι έχουμε εκατοντάδες τραγούδια όλων των κατηγοριών που αναφέρονται στα πρόσωπα,στους τόπους και στα κατορθώματα των ηρώων του 21 …».
Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ' αηδόνια,
κρυφά το λέει ο γούμενος από την Αγία Λαύρα:
«Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξεμολογηθήτε,
δεν είν' ο περσινός καιρός κι ο φετεινός χειμώνας.
Μας ήρθε γη άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμούν τους Τούρκους.
Να διώξουμ' όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι».
«… Τα φιλελληνικά κινήματα που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη με τους λόγιους και ρομαντικούς "του αρχαίου ελληνικού κάλλους" σηματοδότησαν τις πρώτες καταγραφές.Ο Κλωντ Φωριέλ διέσω-σε μεταξύ των πρώτων και «εν θερμώ» τραγούδια του '21,όπως τ' άκουσε από τους επιζώντες ακόμη αγωνιστές.Έτσι,από τον Φωριέλ και μέχρι σήμερα εκατοντάδες καταγραφές δημοτικών τραγουδιών περιέσωσαν τραγούδια και αυτής της εποχής.Ένα σημαντικό στοιχείο στα τραγούδια αυτά είναι ότι μπορούμε να τα χρονολογήσουμε με ακρίβεια,ενώ για τα άλλα έχουμε πάντα τις γνωστές και σχε-τικές δυσκολίες …».
Είναι γεγονός ότι στα δημοτικά τραγούδια περιλαμβάνονται κυριολεκτικά τα ωραιότερα τραγούδια του ελληνικού λαού.Και όπως έλεγε και ο Ν.Γ. Πολίτης: «... εις τα τραγούδια και τας παραδόσεις ο εθνικός χαρακτήρ αποτυπώνεται ακραιφνής και ακίβδηλος…».

Ο Όλυμπος κι' ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλώνουν
...Εγώ 'μαι ο Γερόλυμπος στον κόσμο ξακουσμένος.
Έχω εξήντα δυο κορφές, σαράντα μοναστήρια,
έχω γιατάκια κλέφτικα που ξεχειμάζουν κλέφτες...
Έχω και το χρυσόν αϊτό τον χρυσοπλουμισμένο,
πάνω στην πέτρα κάθεται και με τον ήλιο λέει.

Ένα μικρό καράβι μαζώνει τα πανιά,
ανοίγει την παντιέρα και πόλεμο ζητά.
Ζητά τον άγιο Τάφο και την Άγια Σοφιά.
Κι' ακόμα θα ζητήση τον Πατριάρχη μας,
οπού τον εκρεμάσαν για το ινάτι μας.
Καμπάναις θα χτυπήσουν πάν’ ς τα καμπαναρειά,
να σκάσουν οι χοτζάδες απάνου 'ς τα τζαμιά.
Κι' όσοι Χριστόν πιστεύουν και τον δοξάζουνε,
τον Τούρκο λογαριάζουν να τον μοιράζουνε.

ΤΟΥ ΜΠΡΑΪΜΗ
 Ο κούκος φέτο δε λαλεί, ούτε και θα λαλήση
παρά η τρυγόνα η χλιβερή το λέει το μοιρολόγι.
Φέτος μας ήρθεν η Αραπιά και κόβει και σκλαβώνει.
Εσκλάβωσαν μικρά παιδιά,γυναίκες με τους άντρες,
κ’ εσκότωσε λεβεντουργιά και καπεταναραίους.
Τα παλληκάρια του Μοριά κ’ οι έμορφαις της Πάτρας
ποτές δεν καταδέχονταν πεζοί να περπατήσουν,
και τώρα πώς κατάντησαν σκλάβοι 'ς τους Αρβανίταις!
Κλαίγουν οι μαύροι τη σκλαβιά, οπού είναι σκλαβωμένοι,
κλαίγουν και τον ξεχωρισμό, το πώς θα ξεχωρίσουν.
Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει!
Αφήνει η μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα,
χωρίζει κ’ εν’ αντρόγυνο, μια μέρα ανταμωμένο.

[Το άσμα διεκτραγωδεί τα δεινοπαθήματα των Πελοποννησίων μετά την καταστολή της επανα-στάσεως του 1769 υπό των επιδραμόντων αλβανικών στιφών,που κι εδώ αποκαλούνται,παρεξη-γήσιμα,Αρβανίτες.Στις πηγές συχνά αναφέρονται,λόγω κοινής γεωγραφικής αφετηρίας,με τα ίδια ονόματα οι Έλληνες Χριστιανοί Αρβανίτες,όσο και τα τσιράκια των Οθωμανών,οι μουσουλμάνοι τουρκαλβανοί/σκιπτάρ].

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Η τρίτη Αγία Σοφία στην Τουρκία που οδεύει για εξισλαμισμό...

Η τρίτη Αγία Σοφία στην Τουρκία που οδεύει για εξισλαμισμό... 
Στις 22/10/2017 επισκέφτηκε την Αίνο της ανατολικής Θράκης και τον εκεί βυζαντινό ναό της Αγίας Σοφίας που αναστηλώνεται,ο καταγόμενος από την ελληνική Θράκη αντι-πρόεδρος της Τουρκίας,Χακάν Τσαβούσογλου.
Ο ναός λέγεται πλέον Τζαμί της Κατάκτησης και η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων που κάνει τις εργασίες δεν διευκρινίζει αν μετά από αυτές θα παραδοθεί το κτίριο ως μουσείο ή ως τέμενος.
Μάλιστα στην επιθεώρηση των εργασιών διακρίνουμε και δύο ...Έλληνες πολίτες στην φωτογραφία: τον δήμαρχο Αρριανών Ριντβάν Αχμέτ και τον πρώην βουλευτή ΠαΣοΚ (και μόνιμο πράκτορα τουρκικών συμφερόντων) Αχμέτ Χατζηοσμάν.


Από: ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ, φ. 91 (520), σελ. 3, Κομοτηνή 25.10.2017

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Η Ιστορική ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στο συλλαλητήριο της 4 Φεβρουαρίου 2018


«Καλοί μου Έλληνες, αδέρφια μου... φασίστες, ναζιστές, τρομοκράτες, αναρχικοί, τραμπούκοι. Θα μάθατε ασφαλώς ότι οι πατριώτες που μας κυβερνούν και τα βαποράκια τους, οι αριστε-ριστές, μάζευαν υπογραφές και χθες έριξαν μπογιές στο σπίτι μου.Για να με εμποδίσουν να μιλήσω μπροστά σε εσένα κυρίαρχε λαέ. Για να μην σου μιλήσω με λόγια σταράτα, πατριωτι-κά, φλογερά και ασυμβίβαστα, όπως έμαθα να μιλώ σε όλη μου τη ζωή και όπως εσύ με δίδαξε κυρίαρχε ελληνικέ λαέ. Να μιλώ και να πράττω σε όλη μου τη ζωή με κάθε θυσία και σε ευχα-ριστώ για αυτό.
Λοιπόν άκουσε. Σήμερα το πρωί, έλαβα μία ποιητική συλλογή από τη Θεσσαλονίκη και σας τη διαβάζω ένα σημαδιακό απόσπασμα. Το πνεύμα, ο νους, ανθίζουν με τον Θαλή, τον Θουκυδίδη, τον Πρωταγόρα, τους τραγικούς, την τόλμη του Θεμιστοκλή και του Κολοκοτρώνη. Φίλοι και φίλες, αφιερώνω την ομιλία μου στον Έλληνα που μας έβγαλε από τον οθωμανικό ζυγό και που πέθανε σαν σήμερα, στις 4 Φλεβάρη 1843, στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Εγώ δεν ντρέπομαι όπως οι εθνομηδενιστές που μας κυβερνούν, να παραμείνω πιστός στις ιερές αξίες των προγόνων μας που μας δίδαξαν την αγάπη και τη θυσία για την πατρίδα. Μια πατρίδα που σέβεται και αγαπά όλες τις πατρίδες του κόσμου.
Ναι είμαι πατριώτης διεθνιστής και συνάμα περιφρονώ και μάχομαι τον φασισμό σε όλους του τις μορφές και προπαντός στην πιο πολύ απατηλή και επικίνδυνη μορφή, την αριστερόστροφη, σαν αυτή με τις ομαδούλες των εξτρεμιστών που είναι σκέτοι δειλοί τρομοκράτες. Σαν αυτή των μειο-ψηφιών που μας κυβερνούν και καταστρέφουν τη χώρα μας, οχυρωμένοι πίσω από τις εκλογικές αλχημείες των πολιτικών που είναι θλιβερές αποφύσεις ενός συστήματος που μας δαγκώνει και μας πονά επειδή πεθαίνει και το ξέρει και για αυτό είναι ακόμη πιο επικίνδυνο.
Σε μια δύσκολη ώρα για την πατρίδα μας, που μαύρα σύννεφα συσσωρεύονται γύρω μας απειλη-τικά, εμείς καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ενωμένοι όσο ποτέ αυτά τα νέα, αλλά απροσδόκητα για εμάς προβλήματα. Τα Σκόπια, με όχημα το όνομα Μακεδονία και παραμορφώνοντας τα ιστορικά γεγονότα σε βαθμό γελοιότητας, επιδιώκουν στην πραγματικότητα την επέκταση των συνόρων τους εις βάρος των δικών μας για τη δημιουργία της λεγόμενης Μακεδονίας του Αιγαίου.
Ο στόχος αυτός λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως βασικός εθνικός στόχος της γειτονικής χώρας, με αποτέλεσμα να έχουν γαλουχηθεί γενιές Σκοπιανών με την ιδέα αυτή και να έχουν σήμερα την πεποίθηση ότι είναι κατευθείαν απόγονοι του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
 Με μια κολοσσιαία προπαγάνδα, κατόρθωσαν να παρασύρουν σε αυτή την ιστορική γελοιότητα μεγάλο αριθμό κρατών, επωφελούμενοι από τη στάση των Ελλήνων κατά καιρούς υπευθύνων που δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να ανασκευάσουν στα μάτια των ξένων αυτή τη χονδροειδή παρα-ποίηση της ιστορίας.
Πρέπει κι εμείς να αναγνωρίσουμε ότι είναι και δική μας ευθύνη το γεγονός ότι επιτρέψαμε να ανατρέφονται τόσες γενιές Σκοπιανών με τις ιδέες που ανέφερα, ώστε σήμερα να εμφανίζεται ως μάταιο, ή ακόμη και άδικο, να ζητάμε από αυτούς να αλλάξουν το όνομά τους που έχει γίνει ένα με τον εαυτό τους. Και να έχουμε φτάσει σε θλιβερό σημείο, που μας θίγει ως λαό, να είμαστε ανα-γκασμένοι να απολογούμεθα για τον πατριωτισμό μας.
Δεν μας επιτρέπεται να συμφωνήσουμε με αυτή την παραχάραξη της ιστορίας, γιατί τότε γινόμαστε συνένοχοι με τις δυνάμεις που στοχεύουν ανοιχτά κατά της εδαφικής μας ακεραιότητας. Τι μπορεί να γίνει; Νομίζω ότι πρέπει να παραδεχθούμε τα λάθη και τις ευθύνες μας απέναντι στον ηγετικό λαό.
Η μόνη λύση κατά την άποψή μου είναι να αφήσουμε τους Σκοπιανούς να πιστεύουν στον εθνικό τους μύθο και παράλληλα εμείς να παραμένουμε πάντα πιστοί και ανένδοτοι στην ελληνικότητα της Μακεδονίας. Και να μη συμφωνήσουμε ποτέ ότι υπάρχει μια άλλη, νόθα Μακεδονία. Γιατί αν το κάνουμε είναι σαν να θέλουμε να βγάλουμε εμείς τα μάτια μας με τα ίδια μας τα χέρια.
Αν υποχωρήσουμε αυτή τη στιγμή από τη θέση μας για το όνομα, είναι σαν να ανοίγουμε διάπλατα τα σύνορά μας σε αυτούς που μας απειλούν ανοιχτά και ξεδιάντροπα μέσα από το ίδιο τους το Σύνταγμα. Οφείλουμε να επαγρυπνούμε για τη διαφύλαξη της εθνικής μας ακεραιότητας, δεδομένου ότι υπάρχουν ισχυρές διεθνείς δυνάμεις που έχουν στόχο τη σαλαμοποίηση της περιοχής των Βαλκανίων. Η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας είναι ακόμη νωπή. Το επόμενο θύμα θα είναι η χώρα μας.
Αν υποχωρήσουμε τώρα στην ανοιχτή πρόκληση των Σκοπίων, χωρίς να έχουν παραιτηθεί από κύριο στόχο της εθνικής τους πολιτικής, για γίνουν μέλος του ΝΑΤΟ για να μας απειλούν από ισχυρότερη θέση, τότε θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας.
Αν υποχωρήσουμε, στην ουσία ανοίγουμε τις πόρτες διάπλατες για να περάσει και να επιβληθεί διά παντός ένα τραγικό ιστορικό ψέμα, με απρόβλεπτες συνέπειες για την πατρίδα μας.
Για εμάς είναι ντροπή ακόμη και να αναφερθούμε σε αυτό, αφού η ονομασία του όποιου αεροδρο-μίου και της όποιας λεωφόρου είναι στη δική τους αποκλειστική ευχέρεια να αλλάξει ξανά αμέσως μόλις επιτύχουν τους σκοπούς τους. Αλήθεια, τόσο βλάκες μας θεωρεί ο Σκοπιανός πρωθυπουργός; Ή τόσο έτοιμους να κατεβάσουμε τα παντελόνια μας;  Ζητώ συγγνώμη για αυτή την έκφραση. Όμως είναι η μοναδική κατανοητή από όλους αυτούς τους ξένους και τους δικούς μας που πιστεύουν ότι, επειδή μας έχουν οδηγήσει με τα μνημόνια στο τελευταίο σκαλοπάτι του κακού, ότι ξεχάσαμε την ιστορία μας, ποιοι είμαστε, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά μας. Όμως δεν είναι η πρώτη φορά που μπορεί όλοι γύρω να πιστεύουν ότι ο Έλληνας έχει μεταβληθεί σε ραγιά, αλλά εκείνος σηκώνε-ται όρθιος ξανά.
 Βεβαίως είμαστε πάντα ένας λαός φιλειρηνικός, που επιθυμεί την ειρηνική και φιλική συνύπαρξή του με τους γειτονικούς λαούς. Παράλληλα θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι από την άλλη μεριά υπάρχει ένα βαθύ κράτος που συνωμοτεί με άλλες διεθνείς δυνάμεις εναντίον της ακεραιότητας της χώρας μας. Και για αυτόν τον λόγο θα πρέπει να μην έχουμε αυταπάτες και να παίρνουμε όλα τα μέτρα που θα εξασφαλίσουν την άμυνα της χώρας μας.
Η κατάσταση της συνέχισης του status quo και της ειρηνικής συνύπαρξης πρέπει να θεωρηθεί ως η τελευταία υποχώρηση που κάνουμε μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα. Στην ουσία όμως εμείς δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα. Το γεγονός ότι υπάρχουν χώρες που αναγνωρίζουν τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία, παραβλέποντας ότι έτσι γελοιοποιούνται μπροστά στην ιστορία, δεν νομίζω ότι μας αφορά.
Αφού η δική μας απόφαση και μόνο είναι που θα νομιμοποιήσει ιστορικά και θα κρίνει τελεσίδικα το θέμα αυτό. Γιατί μόνο εμείς οι Έλληνες μπορούμε να δώσουμε ή να μη δώσουμε το δικαίωμα στους Σκοπιανούς να οικειοποιούνται στο μέλλον- μέσω του ονόματος Μακεδονίας- ένα αναπόσπαστο κτήμα του ελληνισμού. Για να το πω πιο απλά, χρειάζεται η βούλα της Ελλάδας για να θεωρηθούν γνήσιοι οι Μακεδόνες και όχι χάρτινοι και νόθοι, όπως είναι σήμερα.
Εφόσον εμείς αρνούμαστε να βγάλουμε οι ίδιοι τα μάτια μας, για να είμαστε αρεστοί στις ΗΠΑ, στο ΝΑΤΟ και στην Ευρώπη, μπορούμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας, όπως κάνουμε τόσα χρόνια. Αυτό όμως σημαίνει ότι θα πρέπει να αρνηθούμε κάθε άλλη παραχώρηση.
Για όσο καιρό οι Σκοπιανοί θα μας απειλούν με την αλυτρωτική τους προπαγάνδα, το απαράδεκτο για εμάς Σύνταγμά τους, τα δήθεν μακεδονικά σύμβολα και τις Μακεδονίες με τους δήθεν Μεγαλέ-ξανδρους, εμείς ως υπεύθυνος λαός κληρονόμος μιας μεγάλης ιστορίας, θα εξακολουθήσουμε την πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης αλλά όσο περνά από το χέρι μας δεν θα δώσουμε σε καμιά περίπτωση τη συγκατάθεση για να γίνουν μέλος της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ.
Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή και μπροστά στην πιθανότητα να οδηγηθούμε ακόμη και σε καταστά-σεις εθνικής τραγωδίας, θεωρώ ότι την ευθύνη των αποφάσεων δεν είναι ορθό να την επωμιστεί μόνη της η οποιαδήποτε κυβέρνηση. Όχι μόνο μια κυβέρνηση μειοψηφίας, όπως είναι η σημερινή, αλλά ακόμη και μια κυβέρνηση λαϊκής πλειοψηφίας. Ούτε ακόμη και η ίδια η Βουλή.
Ποια είναι η λύση; Το δημοψήφισμα. Για εμάς, η θέση του ελληνικού λαού στο συγκεκριμένο θέμα είναι αρκετά σαφής, σταθερή και αυτονόητη, που δεν χρειάζεται δημοψήφισμα. Αν όμως κάποια κυβέρνηση διανοηθεί να βάλει την υπογραφή της χώρας μας σε οποιαδήποτε ονομασία, απλή ή σύνθετη, που θα περιέχει το όνομα Μακεδονία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι υποχρεωμένη να ρωτήσει πρώτα τον ελληνικό λαό.
Εμείς οι Έλληνες πολίτες, δεν δεχόμαστε να είμαστε παθητικοί παρατηρητές την ώρα που η χώρα βρίσκεται μπροστά σε τόσα κρίσιμα προβλήματα ικανά να μας επηρεάσουν για πολλές δεκαετίες. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν, που η κυβέρνηση θα τολμήσει να βάλει μια τέτοια υπογραφή, απευ-θύνω έκκληση σε όλους τους βουλευτές, που έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν τη διενέργεια δημο-ψηφίσματος για αυτό το εθνικής σημασίας θέμα, να προκαλέσουν τη σχετική συζήτηση στη βουλή και να υπερψηφίσουν το σχετικό αίτημα.
Σε όλη μου τη ζωή αγωνίστηκα για την ενότητα του ελληνικού λαού. Πιστεύω απόλυτα ότι και αυτό το μεγάλο πρόβλημα θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ενωμένοι σαν μια γροθιά. Πιστεύω απόλυ-τα ότι είμαστε ενωμένοι. Γιατί ανεξάρτητα από τις όποιες διαφωνίες μας, είμαστε όλοι πατριώτες.
Γιατί όταν υπερασπίζεται κανείς τα δίκαια της πατρίδας του και του λαού του, αυτό δεν είναι εθνι-κισμός, είναι πατριωτισμός. Και η Ελλάδα σήμερα έχει περισσότερο από κάθε άλλη φορά την ανά-γκη από πατριώτες.
Οι Έλληνες σήμερα ενωμένοι δίνουν όλοι μαζί την απάντηση από την πλατεία Συντάγματος. Η Μακεδονία είναι μία και ήταν, είναι και θα είναι πάντα ελληνική. Ζήτω ο ελληνικός λαός».

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

ΔΕΝ υπάρχουν αρβανίτικα ρεμπέτικα

ΔΕΝ υπάρχουν αρβανίτικα ρεμπέτικα

Ο κ. Θ. Αρβανίτης,ερευνητής στο Κέντρο Μι-κρασιατικώνΣπουδών διαβεβαιώνει ότι στις εκ-τεταμένες (πάνω από δύο δεκαετίες) έρευνές του σε όλη την Ελλάδα,φυσικά και στην Ατ-τική,Κούλουρη κ.λπ.,δεν βρήκε την παραμικρή ένδειξη για ρεμπέτικα ή ρεμπετοφανή τρα-γούδια στην αρβανίτικη διάλεκτο.
Αν και δεν έχω καταπιαστεί ιδιαίτερα με το θέ-μα,θα καταθέσω επιγραμματικά τις εκτιμήσεις μου που,αν και ανεπεξέργαστες,αποδίδουν,πι-στεύω,την ουσία του πράγματος.
Το ρεμπέτικο τραγούδι υπήρξε κοινωνικό δημι-ούργημα του αστικού χώρου.Στην μικρασιατική ακτή (κυρίως στην Σμύρνη) από Ελληνικούς δημοτικούς μουσικούς δρόμους,ανατολίτικες ε-πιρροές και Ευρωπαϊκές φόρμες διαμορφώνεται ένα νεωτερικό μουσικό είδος που θα λάβει τα ουσιαστικά μορφολογικά  χαρακτηριστικά του το πρώτο μισό του 20ου αι. στις πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας (βασικά,σε Πειραιά και Αθήνα).Πριν μετουσιωθεί σ΄ αυτό που αποκαλούμε Λαϊκό τραγούδι,θα διατρέξει ασυνήθιστες ως τότε διαδρο-μές,πέρα απ΄ τα σταθερά ερωτικά μοτίβα.
Στην ουσία,θα δώσει φωνή σε ευρείες ομάδες των πόλεων που δεν διέθεταν κοινωνικό βήμα,ούτε μαχητική πολιτική εκπροσώπηση.
Οι δίγλωσσοι αρβανιτόφωνοι Έλληνες,αυτό το μικρό (ιστορικές πηγές μας πληρο-φορούν ότι όπου συνυπήρχαν ελληνόφωνοι και αρβανιτόφωνοι,οι δεύτεροι δεν ξεπερ-νούσαν το 10-20% του συνόλου πληθυσμού) τμήμα του λαού μας,ζούσαν στα χωριά τους απορροφημένοι με τις αγροτοκτηνοτροφικές ασχολίες τους.Ότι οι αρβανίτες ήσαν πολεμική φυλή αποτελεί μια θηριώδη ανοησία.Απ΄ όλες τις έρευνές μου στην περιοχή μου,αυτή της ΒΑ Αττικής,οι Αρβανίτες ξωμάχοι όργωναν τα χωράφια τους,τρύγαγαν τ΄ αμπέλια τους,μάζευαν τις ελιές τους,έβοσκαν τα κοπάδια τους.Ούτε γιαταγάνια α-κόνιζαν,ούτε σε πολεμικές φιέστες επιδίδονταν,ούτε στην σκοποβολή συναγωνίζο-νταν.Δουλευτάδες της προκοπής υπήρξαν,ήσυχοι ειρηνικοί εργάτες της προόδου που άναβαν καντήλι στην Παναγία,απήγγειλαν,όσο ήξεραν,την Φυλλάδα του Μεγαλέ-ξανδρου και χόρευαν τον Συρτό στα πανηγύριά τους.Στα χρόνια της Επανάστασης και πρωτύτερα,όσο πολεμικοί ήσαν οι άλλοι Έλληνες,το ίδιο κι οι Αρβανίτες.Η απο-τίναξη της ατιμωτικής ιδιότητας του ραγιά αποτελούσε κοινό εθνικό στόχο.Και σ΄ αυτό δεν χωράει μέτρο και μεζούρα.Και οι περίφημοι stratioti,άνδρες απ΄ την Πελοπόννησο που κατατάχθηκαν και διακρίθηκαν σε ευρωπαϊκούς στρατούς  (κυρίως στα λατινικά ναυτικά κράτη) δεν ήσαν μόνο Αρβανίτες,όπως υπόπτως υποστηρίζουν κάποιοι.Ήταν τέτοια η Λατινική διείσδυση στην Πελοπόννησο γενικώς που κάποιοι ιστορικοί δια-τείνονται πως αν δεν είχε έρθει έγκαιρα ο Οθωμανός αλλόθρησκος κατακτητής και η Ορθοδοξία και η Ελληνική γλώσσα θα είχαν χαθεί.Ο Μοριάς θα είχε εκλατινιστεί…
Η οργανωμένη στο διαδίκτυο διασπορά ψευδών και ανακριβειών για τους Αρβανίτες (ότι τάχα ήσαν εξόχως πολεμικοί,η πληθυσμιακή πλειονότητα,ότι δήθεν αυτοί έκαναν την Επανάσταση κι ότι τα αρβανίτικα ήταν τάχατες η γλώσσα του 1821) δεν είναι παρά η άρρωστη φρασεολογία της ανθελληνικής προπαγάνδας,υπηρετούμενης κι από ντό-πιους λογής μειοδότες.Σκοπός τους να παρουσιάσουν τους Αρβανίτες ως αλλοεθνείς που κυριαρχούσαν δήθεν τότε…
Οι Αρβανίτες λοιπόν,για να ξανάρθουμε στο θέμα,αδυνατούσαν αντικειμενικά να συμβάλουν στη δημιουργία,διαμόρφωση και εξέλιξη του ρεμπέτικου,γιατί απλά δεν α-νήκαν/συγκαταλεγόντουσαν στην αστική κοινωνική διαστρωμάτωση.Χώρια που,ακό-μα κι αν αυτό συνέβαινε,είναι αμφίβολο έως απίθανο οι δωρικοί και τραχείς,ζυγια-σμένοι χωρίς παρεκκλίσεις και συντηρητικοί Αρβανίτες να εμπλέκοντο σ΄ ένα αιρετικό και τόσο εκδηλωτικό αισθημάτων και καταστάσεων είδος τραγουδιού,όπως το ρε-μπέτικο.
Η φυσική απουσία τους απ΄ αυτό οδήγησε νομοτελειακά σε κάτι ανάλογο στο κα-τοπινό λαϊκό τραγούδι.
Έτσι,όπως δεν υπάρχει αρβανίτικο ρεμπέτικο τραγούδι,δεν υπάρχει και αρβανίτικο λα-ϊκό τραγούδι.

Σύντομη Ρεμπέτικη Ιστορία

Το Ρεμπέτικο έκανε την εμφάνισή του στα τέλη του 19ου αιώνα στην ανατολική λεκάνη της Με-σογείου,όταν άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώ-τα σύγχρονα αστικά κέντρα εκεί που η κοινωνία με την ανάπτυξη του εμπορίου και των μετα-φορών είχε ξεφύγει από τον μονολιθικό αρχα-ϊσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Εκείνα τα πρώτα τραγούδια,όσο μπορούμε να ξέρουμε α-πό τις καταγραφές και τις πρώτες ηχογραφή-σεις,θύμιζαν τα παλαιότερα δημοτικά.
Ακόμα περισσότερο: Αντλούσαν από τα δημοτι-κά τραγούδια στίχους και μουσική.Όμως,η αντί-ληψη του χώρου και του χρόνου ήταν εντελώς διαφορετική: Δεν έχουμε πλέον τον αφηρημένο κόσμο των Δημοτικών τραγουδιών,τον κόσμο της παραλογής και του παραμυθιού,αλλά τον κόσμο της πόλης,της συγκεκριμένης πόλης,της Σμύρνης,της Κωνσταντινούπολης,της Πάτρας,των Ιωαννίνων,με τις γειτο-νιές της,τα κορίτσια της,τους χαρακτηριστικούς της τύπους.Είναι τραγούδια των με-σαίων και χαμηλότερων στρωμάτων,καθώς η «ευρωπαϊκο-θρεμμένη» ανώτατη τάξη αρέσκεται στις ξένες μουσικές.Παράλληλα έχουμε και μια ακόμα σημαντική εξέλιξη: Το τραγούδι παύει να είναι συλλογικό/δημώδες δημιούργημα και κατασκευάζεται/δη-μιουργείται στα πλαίσια επαγγελματικών μουσικών συνόλων,των περίφημων Εστου-διαντίνων.
Πολλά από τα τραγούδια της αρχαϊκής αυτής περιόδου του ρεμπέτικου εξακολουθούν να παίζονται στα πάλκα και να είναι σουξέ.Ενδεικτικά αναφέρω το «Θα σπάσω κού-πες» που πρωτοηχογράφησε ο Μενεμενλής το 1907,το «Δεν σε θέλω πια» με την Ελ-ληνική Εστουδιαντίνα (1910) και το «Τίκι τικι τακ» με τον Γιάγκο Ψαμαθιανό (1913).
Αυτό όμως που ξέρουμε και ορίζουμε ως Ρεμπέτικο Τραγούδι άρχισε να μορφοποιείται μετά το 1922.Κακά τα ψέματα: Η Μεγάλη Καταστροφή άφησε μια αγιάτρευτη πληγή στην καρδιά του Γένους,βοήθησε όμως την Ελλαδική κοινωνία σε πολλά επίπεδα.Άν-θρωποι κοσμοπολίτες,με ευρεία παιδεία και αντίληψη μπόλιασαν την κοινωνική,πο-λιτική,θρησκευτική,πνευματική πραγματικότητα.Κόμισαν νέα ήθη,νέες συνήθειες,δί-δαξαν και οδήγησαν μια ελληνική κοινωνία βυθισμένη εν πολλοίς στην βαλκανική υστέρηση προς το σύγχρονο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Οι πρόσφυγες φέρανε τις μουσικές τους,φέρανε και την εκτός σπιτιού οικογενειακή δι-ασκέδαση,τα κοσμικά κέντρα.Οι μικρασιάτες μουσικοί αμέσως μετά την εγκατάσταση στην μητροπολιτική Ελλάδα και παρά τις σκληρές-σκληρότατες συνθήκες ζωής παί-ζουν τα τραγούδια τους,γράφουν νέα,ανοίγουν τα δικά τους μαγαζιά,καφωδεία,καφέ α-μάν και ταβέρνες,όπου συρρέουν οι προσφυγικές και οι ντόπιες οικογένειες,κάτι πρω-τόγνωρο για την ελλαδική κοινωνία της εποχής.Μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία παίρνουν τα πρωτεία στην Ελληνική μουσική.Ανάμεσα στους δημιουργούς τούτης της περιόδου διακρίνουμε τον Γρηγόρη Ασίκη,τον δεξιοτέχνη βιολιτζή Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη,ο οποίος έγραψε ανάμεσα στα άλλα τον εξαιρετικό «Μανώλη τον χασι-κλή»,τον Βαγγέλη Παπάζογλου,που μόνο οι «Λαχανάδες» του γνώρισαν περισσότερες από 100 επανεκτελέσεις κι άλλες τόσες το «Βάλε με στην αγκαλιά σου»,τον Γιάννη Εϊ-τζιρίδη ή Γιοβάν Τσαούς,από τους σημαντικότερους οργανοπαίχτες και συνθέτες της περιόδου,ο οποίος αν και κινήθηκε στα περιθώρια της μουσικής βιομηχανίας ηχο-γραφώντας με το όνομά του μόλις 13 τραγούδια,άφησε ανεξίτηλο το χνάρι του.Και βέ-βαια τον Σπύρο Περιστέρη («Ένας μάγκας στο Βοτανικό»,«Ωχ Αμάν [Πίνω και με-θώ]»,«Ο Αντώνης ο βαρκάρης») και τον Παναγιώτη Τούντα («Η γκαρσόνα»,«Η Βαρ-βάρα»,«Άμαν Κατερίνα μου») και τον Κώστα Σκαρβέλη («Τράβα ρε μάγκα και αλά-νη»,«Σε γελάσανε»,«Σε ξέχασα,δεν σε πονώ») και ειδικά των τριών τελευταίων τα τραγούδια δεν έχουν πάψει να ακούγονται κι ας έχουν συμπληρώσει 100 σχεδόν χρό-νια ζωής.

Γιάννης Βασ. Πέππας